Υπερβόρειοι

måndag 16 februari 2026

Μαρτυρία για την πανώλη στην Κύπρο-Σουηδικό βιβλίο για επίσκεψη Ιταλού στο νησί το 1750

    

Το παρόν απόσπασμα προέρχεται από το έργο του Ιταλού περιηγητή Giovanni Mariti (Ιωάννης Μαρίτης), το οποίο περιγράφει τα ταξίδια του στη Συρία, την Παλαιστίνη και την Κύπρο κατά τα μέσα του 18ου αιώνα. Ο Mariti (1736–1806) υπηρέτησε ως γραμματέας του Τοσκάνου προξένου στη Λάρνακα και κατέγραψε με λεπτομέρεια τις εμπειρίες, τις παρατηρήσεις και τις ιστορικές πληροφορίες που συνέλεξε κατά την παραμονή του στην Ανατολή.

Η σουηδική έκδοση αποτελεί σύνοψη και επεξεργασία του πρωτοτύπου, η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Σουηδό θεολόγο Samuel Ödmann, ο οποίος πρόσθεσε σχόλια και παρατηρήσεις.

Το ακόλουθο κείμενο αποτελεί περιγραφή της άφιξής του στην Κύπρο το 1750, σε περίοδο επιδημίας πανώλης, και αποτυπώνει με ζωντάνια την ατμόσφαιρα φόβου και αβεβαιότητας που επικρατούσε στο νησί.

Κύπρος

Η χαρά μου διά το ταξίδιον, το οποίον είχα πραγματοποιήσει εκ Λιβόρνου προς την Κύπρον, διεταράχθη κατά την άφιξίν μου τη 3η Φεβρουαρίου 1750 υπό της θλιβεράς ειδήσεως ότι η πανώλη εμάστιζε την νήσον. Το χωρίον Σαλίναι και η πόλις Λάρνακα δεν είχαν ακόμη προσβληθεί· αλλ’ ουδείς εθεώρει εαυτόν ασφαλή, διότι η νόσος καθημερινώς ηύξανεν εις την πρωτεύουσαν Λευκωσίαν.

Πάντες οι πρόξενοι και οι έμποροι είχον ήδη αρχίσει να λαμβάνουν μέτρα προφυλάξεως και να διακόπτουν πάσαν μεταξύ των συναναστροφήν. Πολλοί απεφάσισαν να κλεισθούν εις τας οικίας των προτού η μόλυνσις αυξηθεί, υπομένοντες εκουσίαν απομόνωσιν, έως ότου η Θεία Πρόνοια ευδοκήσει να απαλλάξει την χώραν από την συμφοράν. Η ιδική μου ανησυχία ήτο ήδη μεγαλυτέρα απ’ ό,τι όταν εξ αποστάσεως εθεώρουν τον κίνδυνον. Παρά ταύτα απεβιβάσθην, αλλά Ευρωπαίος τις κύριος με συνεβούλευσε να επιδείξω πάσαν προσοχήν και να μη εγγίσω το παραμικρόν, όπερ ηδύνατο να μεταδώσει την νόσον. Με εβεβαίωσαν ότι εν Λαρνάκη ουδείς ακόμη είχε προσβληθεί· πλην όμως η συνεχής επαφή με την Λευκωσίαν καθιστούσε τα πράγματα φοβερότερα.

Μόλις εισήλθον εις την οδόν, ήτις ωδήγει προς την οικίαν του Τοσκάνου προξένου, όπου κατά το καθήκον μου ώφειλον να αποδώσω επίσκεψιν, παρετήρησα ότι πάντες οι απαντώντες με απέφευγον επιμελώς, ίνα μη με αγγίξουν — προφύλαξιν την οποίαν ετήρουν και εγώ έναντι αυτών. Ο πρόξενος με υπεδέχθη μετά ευγενείας και, μαθών ότι προήρχομην εκ ασφαλούς τόπου, με προσεκάλεσε εις γεύμα και κατόπιν με συνώδευσε προς τον Γάλλον πρόξενον. Εκείνος απελογήθη ότι δεν ηδύνατο να με δεχθεί και μοι υπεσχέθη γεύμα την επομένην. Τους λοιπούς προξένους δεν ηδυνήθην να επισκεφθώ, διότι δεν εδέχοντο πλέον ξένους.

Το εσπέρας, επιστρέψας εις τον Τοσκάνον πρόξενον, τον εύρον λαμβάνοντα τα αυστηρότατα μέτρα προφυλάξεως, διότι είχε φθάσει η είδησις ότι τρία πρόσωπα εις τας Αλυκάς είχαν προσβληθεί υπό της πανώλους. Διά τούτο παρέμεινα επί του πλοίου και εκεί διήλθον την νύκτα. Την επομένην, αποβιβασθείς εκ νέου διά να τηρήσω την υπόσχεσίν μου προς τον Γάλλον πρόξενον, απετράπην κατηγορηματικώς, επειδή δύο εκ των προσβεβλημένων, καθώς και τρίτος πρότερον, είχαν αποβιώσει. Μετέβην τότε εις τον Αιολικόν πρόξενον· αλλ’ είχε και αυτός απομονωθεί, και ηναγκάσθην να ομιλήσω μετ’ αυτού μόνον διά σιδηρού κιγκλιδώματος.

Μου ανεφέρθη ότι η πανώλη ήδη από μηνών είχε καταστρέψει ολόκληρον την συριακήν ακτήν και το εσωτερικόν της χώρας· και μολονότι επί τινα χρόνον δεν εφαίνετο να εξαπλούται, υπήρχε ελπίς βελτιώσεως. Δι’ εμέ όμως, όστις εσκόπευα να μεταβώ εις τα μέρη εκείνα, τούτο απετέλει νέαν αιτίαν ανησυχίας. Απεφάσισα λοιπόν, με τον πρώτον ευνοϊκόν άνεμον, να εγκαταλείψω την Κύπρον.

Το βασίλειον τούτο δεν είχε επί τριάκοντα έτη δοκιμάσει την πανώλην. Τώρα όμως η νόσος είχε μεταφερθεί υπό ναυτών εκ Αλεξανδρείας, οίτινες ναυάγησαν πλησίον της Πάφου. Η μόλυνσις μετεδόθη αμέσως εις το Τρόοδος, όπου οι ανωτέρω κατέφυγον. Ύστερον επληροφορήθην ότι η επιδημία εις την νήσον δεν εξέλιπεν προ του Ιουνίου 1760, αφού είχε αφαιρέσει είκοσι δύο χιλιάδας ζωάς.

Τη 8η Φεβρουαρίου απέπλευσα εκ Κύπρου, και την επομένην ευρέθημεν εις τον όρμον της Χάιφας επί της συριακής ακτής. Η εποχή δεν επέτρεπε να προχωρήσωμεν προς την Άκραν, κειμένην βορειότερον. Πρώτιστη μέριμνά μου ήτο να πληροφορηθώ τα εκεί συμβαίνοντα. Προς φρίκην μου έμαθον ότι η πανώλη εμαίνετο εκεί μετά σφοδροτάτης βιαιότητος και συνοδευόταν υπό ισχυρών σεισμών.




Συντακτική ομάδα 

Inga kommentarer:

Skicka en kommentar