Έφερε τη σουηδική σημαία και τα διακριτικά του Ερυθρού Σταυρού. Συμμετείχε στην προσπάθεια να φτάσουν τρόφιμα στην κατεχόμενη Ελλάδα, σε μια εποχή που η πείνα θέριζε τον πληθυσμό της. Στις 9 Ιουνίου 1942, όμως, το σουηδικό ατμόπλοιο «Stureborg» βυθίστηκε από ιταλική αεροπορική επίθεση νοτιοδυτικά της Κύπρου. Από τους 21 ανθρώπους που επέβαιναν σε αυτό, μόνο ένας επέζησε.
Ένα σουηδικό πρωτοσέλιδο της Dagens Nyheter 17ης Ιουλίου 1942 αποτυπώνει την τραγωδία με τον τίτλο: «Σουηδικό ατμόπλοιο του Ερυθρού Σταυρού βυθίστηκε από αεροπορική επίθεση κοντά στην Κύπρο». Το δημοσίευμα τοποθετούσε τη βύθιση 170 ναυτικά μίλια νοτιοδυτικά του νησιού και ανέφερε ότι το πλοίο επέστρεφε από τον Πειραιά στη Χάιφα.
Η εφημερίδα έκανε λόγο για 19 νεκρούς από το εικοσαμελές πλήρωμα: 16 Σουηδούς, δύο Πορτογάλους και τον Αιγύπτιο ασυρματιστή. Η καταγραφή της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού συμπληρώνει την εικόνα: στο πλοίο βρισκόταν επίσης ο 29χρονος Ελβετός συνοδός της αποστολής Richard Heider, ο οποίος σκοτώθηκε. Έτσι, οι νεκροί ήταν συνολικά 20.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το «Stureborg» είχε εμφανή σημάδια της ανθρωπιστικής αποστολής του. Στις πλευρές του ήταν ζωγραφισμένα το έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού, η σουηδική σημαία και το όνομά του. Κόκκινοι σταυροί υπήρχαν και στα καλύμματα των αμπαριών, ενώ τα διακριτικά φωτίζονταν τη νύχτα με ηλεκτρικό φως.
Το πλοίο είχε ήδη διανύσει μια μακρά διαδρομή. Ναυπηγήθηκε το 1883 στο Sunderland με το όνομα «Mulgrave», αργότερα ονομάστηκε «Ran» και το 1933 απέκτησε το όνομα «Stureborg». Στον πόλεμο, η υπηρεσία του συνδέθηκε με τις μεταφορές βοήθειας προς την Ελλάδα.
Τη σημασία αυτών των αποστολών υπογράμμιζε και άλλο σουηδικό δημοσίευμα της εποχής, με τίτλο «Η διεύρυνση της βοήθειας προς την Ελλάδα». Περιέγραφε ένα σχέδιο μεταφοράς 15.000 τόνων σιτηρών τον μήνα, με πλοία ναυλωμένα από τον Σουηδικό Ερυθρό Σταυρό. Η βύθιση του «Stureborg» έριχνε βαριά σκιά σε μια επιχείρηση από την οποία εξαρτιόταν η επιβίωση πολλών ανθρώπων.
Στο βιβλίο «Lejdtrafik och kvarstad», ο Lennart Lundberg περιγράφει τη δοκιμασία των ναυαγών και τη διπλωματική συνέχεια της υπόθεσης. Οι δύο σελίδες του βιβλίου φωτίζουν όσα ακολούθησαν την επίθεση: την αγωνία πάνω στη σχεδία, τη μαρτυρία του μοναδικού επιζώντα και την ιταλική παραδοχή ευθύνης.
Οι ναυαγοί διέθεταν περιορισμένες προμήθειες, τις οποίες μοίραζαν προσεκτικά για να φτάσουν για όλους. Σχεδόν γυμνοί κάτω από τον καυτό ήλιο, έπεφταν στο νερό κρατώντας τη σχεδία, προσπαθώντας να δροσιστούν. Το δέρμα τους γέμιζε φουσκάλες και πληγές. Η πείνα, η δίψα και η εξάντληση τούς λύγιζαν τον έναν μετά τον άλλο.
Σύμφωνα με την αφήγηση του Lundberg, όταν διέκριναν στεριά είχαν απομείνει τρεις. Δύο ακόμη πέθαναν, ανάμεσά τους και ο πλοίαρχος, προτού η σχεδία πλησιάσει αρκετά στην ακτή. Ο Πορτογάλος θερμαστής Antonio Amorel, ο μόνος που παρέμενε ζωντανός, κατάφερε με τις τελευταίες του δυνάμεις να βγει στη στεριά. Δύο Βεδουίνοι τον βρήκαν σχεδόν ετοιμοθάνατο κοντά στη Γάζα, στις ακτές της Παλαιστίνης.
Η μαρτυρία του επέτρεψε στις σουηδικές αρχές να προσδιορίσουν τον δράστη της επίθεσης. Η σουηδική διπλωματική αποστολή στη Ρώμη υπέβαλε έντονη διαμαρτυρία στις ιταλικές αρχές, στηριζόμενη στις συγκεκριμένες πληροφορίες του για τον χρόνο και τη θέση του περιστατικού.
Όπως αναφέρει το «Lejdtrafik och kvarstad», η απάντηση έφτασε στις 11 Νοεμβρίου 1942. Το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών αναγνώρισε ότι ιταλικό αεροσκάφος είχε τορπιλίσει το «Stureborg» και χαρακτήρισε την επίθεση τραγικό λάθος. Ο πιλότος επικαλέστηκε κακή ορατότητα, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε διακρίνει τους κόκκινους σταυρούς. Δήλωσε επίσης ότι η πορεία ζιγκ ζαγκ του πλοίου τον είχε οδηγήσει να το θεωρήσει εχθρικό.
Η Ιταλία προσφέρθηκε να αποζημιώσει τόσο την πλοιοκτήτρια εταιρεία όσο και τις οικογένειες των θυμάτων. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν τον Φεβρουάριο του 1943, αλλά διακόπηκαν μέσα στις εξελίξεις του πολέμου. Μεταπολεμικά, οι σουηδικές αξιώσεις παρέμειναν ενεργές. Ο Christian Günther, πρώην υπουργός Εξωτερικών της Σουηδίας και τότε διπλωματικός εκπρόσωπός της στη Ρώμη, συνέχισε τις διακριτικές υπενθυμίσεις προς την ιταλική πλευρά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Lundberg, την 1η Σεπτεμβρίου 1949 η κεντρική τράπεζα της Ιταλίας μετέφερε στη σουηδική ομόλογό της 1.278.537 σουηδικές κορώνες. Από αυτές, 452.487 καταβλήθηκαν στην κρατική επιτροπή ασφάλισης πολεμικών κινδύνων, 350.000 καταγράφονται ως εκτιμώμενη αποζημίωση προς τους συγγενείς των θυμάτων και 476.050 προορίζονταν για τη ναυτιλιακή εταιρεία, για τη ζημιά που δεν κάλυπτε η ασφάλιση.
Η ιστορία του «Stureborg» συνδέει τη Σουηδία με την πείνα της κατεχόμενης Ελλάδας και τα νερά της Κύπρου. Πίσω από τα διπλωματικά έγγραφα και τις αποζημιώσεις βρίσκονται οι άνθρωποι που χάθηκαν υπηρετώντας μια αποστολή βοήθειας και ο μοναδικός επιζών που μπόρεσε να διηγηθεί την τύχη τους.







































