Να φύγει το Πατριαρχείο από την Κωνσταντινούπολη και να μεταφερθεί στην Αθήνα ή «σε οποιαδήποτε άλλη πόλη» της Ελλάδας. Αυτή την πρόταση παρουσίαζε ο επιτετραμμένος της Τουρκίας στη Στοκχόλμη, Moukhbil Bey, σε συνέντευξή του στη σουηδική εφημερίδα Svenska Dagbladet, στις 6 Φεβρουαρίου 1925.
Το δημοσίευμα καταγράφει την τουρκική επιχειρηματολογία για την απομάκρυνση του Πατριάρχη Κωνσταντίνου, αλλά και τις αντιρρήσεις του Σουηδού δημοσιογράφου για το μέλλον του Πατριαρχείου στην ιστορική του έδρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά του στη Ρωσία. Ο Moukhbil Bey υποστηρίζει ότι, όπως η Ρωσία επικαλούνταν παλαιότερα τους Αγίους Τόπους στην Παλαιστίνη για να παρεμβαίνει στις τουρκικές υποθέσεις, έτσι και η Ελλάδα επιχειρούσε να αξιοποιήσει το Πατριαρχείο για πολιτική επιρροή στην Κωνσταντινούπολη. Μια σύγκριση που αποτυπώνει την τουρκική επιχειρηματολογία της εποχής γύρω από τη θρησκεία, τη διπλωματία και την κρατική κυριαρχία.
Ακολουθεί η πλήρης ελληνική μετάφραση της συνέντευξης, όπως δημοσιεύθηκε στον σουηδικό Τύπο της εποχής.
Svenska Dagbladet 1925-02-06
«Γιατί δεν μεταφέρεται το Πατριαρχείο στην Ελλάδα;»
Ο MOUKHBIL BEY ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΖΗΤΗΜΑ
Ένας διαφωτιστικός διάλογος για την τελευταία ελληνοτουρκική διένεξη.
— Η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης να φέρει το ζήτημα του Πατριαρχείου ενώπιον ενός διεθνούς οργάνου δεν αποτελεί τίποτε άλλο παρά επανάληψη των διαπραγματεύσεων που, ύστερα από δεκαοκτώ μήνες, οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, εξηγεί ο επιτετραμμένος της Τουρκίας στη Στοκχόλμη, Moukhbil Bey, σε συνομιλία με συνεργάτη της Svenska Dagbladet για το επίκαιρο αυτό θέμα.
Ο Moukhbil Bey, ο οποίος προσωπικά είναι ένας ενδιαφέρων και συμπαθής εκπρόσωπος της νέας Τουρκίας, προσπαθεί φυσικά να παρουσιάσει το ζήτημα υπό το ευνοϊκότερο δυνατό φως για τη χώρα του. Παρουσιάζει σε γενικές γραμμές το ενδιαφέρον αυτό ζήτημα, που έχει νομικές, θρησκευτικές και πολιτικές πτυχές, ως εξής:
Η Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών, η οποία, όπως είναι γνωστό, αποτελείται από Τούρκους, Έλληνες και ουδέτερα μέλη, δήλωσε στη συνεδρίασή της στις 29 Ιανουαρίου ότι ο μητροπολίτης Κωνσταντίνος (Konstantin Araboglus) ανήκε στην κατηγορία των Ελλήνων που, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης, υπάγονταν στην ανταλλαγή πληθυσμών. Αυτό, άλλωστε, το είχε παραδεχθεί και ο ίδιος.
— Τότε ποιο είναι το αντικείμενο της διαμάχης;
— Από νομική άποψη, τίποτε άλλο παρά η εφαρμογή μιας από τις διατάξεις της Συνθήκης της Λωζάννης. Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης γνώριζαν ήδη, όταν πριν από περίπου έναν μήνα εξέλεξαν τον Κωνσταντίνο Πατριάρχη, ότι ανήκε σε αυτή την κατηγορία.
Τον επέλεξαν, επομένως, ακριβώς επειδή, από όλους τους μητροπολίτες ή επισκόπους της Κωνσταντινούπολης, ήταν ο μόνος που η τουρκική κυβέρνηση δεν μπορούσε να αναγνωρίσει ως Πατριάρχη, καθώς δεν ήταν Τούρκος υπήκοος. Διότι, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης, μόνο οι Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη πριν από το 1918 μπορούν να θεωρούνται Τούρκοι υπήκοοι.
Η τουρκική κυβέρνηση ζήτησε από τη διεθνή επιτροπή ειδική γνωμοδότηση, στην οποία διαπιστώνεται ότι ο Κωνσταντίνος ανήκει σε αυτή την κατηγορία Ελλήνων. Όταν, λοιπόν, ο βαλής —δηλαδή ο διοικητής— της Κωνσταντινούπολης διατάσσει την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να εφαρμόζει τη γνωμοδότηση της επιτροπής σε αυτό το σημείο, όπως και στα υπόλοιπα.
— Γιατί, λοιπόν, διαμαρτύρονται οι Έλληνες;
— Οι Έλληνες της επιτροπής στηρίζονται σε άλλη διάταξη της συνθήκης, η οποία ορίζει ότι το Πατριαρχείο πρέπει να παραμείνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρίσκεται η ιστορική του έδρα.
Υποστηρίζουν ότι ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος, ως ιδιώτης, υπάγεται πράγματι στη διάταξη περί ανταλλαγής πληθυσμών, αλλά με την ιδιότητά του ως Πατριάρχη υπάγεται σε διαφορετική διάταξη, συγκεκριμένα σε εκείνη που αφορά το Πατριαρχείο.
Σε αυτήν, η έννοια του Πατριαρχείου δεν μπορεί να αναφέρεται μόνο στο ίδιο το κτίριο στο Φανάρι, όπου κατοικούν οι Πατριάρχες εδώ και αιώνες, αλλά πρέπει να αφορά και το πρόσωπο.
Επομένως, ο Κωνσταντίνος μπορεί πράγματι να απομακρυνθεί ως ιδιώτης βάσει της διάταξης περί ανταλλαγής πληθυσμών, επειδή εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη μετά το 1918. Όχι όμως ως Πατριάρχης, διότι με αυτή την ιδιότητα έχει, σύμφωνα με τη συνθήκη, το δικαίωμα να θεωρεί το Φανάρι νόμιμη κατοικία του, όπως και οι άλλοι Πατριάρχες.
— Τι απαντούν οι Τούρκοι σε αυτό;
— Υποστηρίζουμε ότι το ζήτημα του Πατριαρχείου αποτελεί εσωτερική τουρκική υπόθεση, στην οποία κανείς δεν έχει δικαίωμα να αναμειχθεί.
Στη διάταξη της Συνθήκης της Λωζάννης περί ανταλλαγής πληθυσμών δεν υπάρχει ούτε λέξη που να προβλέπει ειδική μεταχείριση ενός Πατριάρχη. Ορίζεται, άλλωστε, ότι ο Πατριάρχης πρέπει να έχει τουρκική υπηκοότητα.
Τώρα η ελληνική κυβέρνηση προφανώς επιδιώκει να υποστηρίξει ότι το Φανάρι στην Κωνσταντινούπολη αποτελεί τη μόνιμη κατοικία του Πατριάρχη. Στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο που θα επέτρεπε στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης να εκλέγουν έναν Έλληνα ως Πατριάρχη.
Η Επιτροπή Ανταλλαγής Πληθυσμών, ύστερα από ειδική εξέταση του ζητήματος, έλαβε την ακόλουθη απόφαση:
«Ο Κωνσταντίνος, βάσει του τόπου γέννησής του και της ημερομηνίας άφιξής του στην Κωνσταντινούπολη, ανήκει στην κατηγορία των Ελλήνων που υπόκεινται στην ανταλλαγή πληθυσμών. Όσον αφορά την ιδιότητά του ως Πατριάρχη, η επιτροπή θεωρεί ότι το ζήτημα αυτό βρίσκεται εκτός της αρμοδιότητάς της».
— Ήταν ομόφωνη η επιτροπή ως προς αυτή τη γνωμοδότηση;
— Όχι, μόνο τα τουρκικά και τα ουδέτερα μέλη υποστήριξαν αυτή τη γραμμή. Οι Έλληνες αντιπρόσωποι και, τελικά, η ελληνική κυβέρνηση θέλησαν να φέρουν το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου της Χάγης, κάτι που η Τουρκία θεωρεί ανάμειξη στις εσωτερικές της υποθέσεις. Γι’ αυτό η κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε κατά αυτής της διαδικασίας. Υποστηρίζει ότι η ανταλλαγή πληθυσμών είναι υποχρεωτική, καθώς στη συγκεκριμένη παράγραφο δεν αναφέρεται ούτε λέξη για το Πατριαρχείο ή τον Πατριάρχη.
Όλα τα ζητήματα που αφορούν το Πατριαρχείο πρέπει να θεωρούνται εσωτερικές τουρκικές υποθέσεις. Όμως η κυβέρνηση της Αθήνας επιδιώκει, όπως είπαμε, να δημιουργήσει ένα προηγούμενο που θα της επέτρεπε να χρησιμοποιεί το Πατριαρχείο ως όργανο της πολιτικής της. Η ελληνική κυβέρνηση θέλει να έχει τον Πατριάρχη ως μέσο για την άσκηση της επιρροής της και για τις μηχανορραφίες της στην Κωνσταντινούπολη.
Όπως η Ρωσία παλαιότερα επικαλούνταν τους Αγίους Τόπους στην Παλαιστίνη για να αναμειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις της Τουρκίας, έτσι και η Ελλάδα αναζητεί τώρα ένα μέσο ανάμειξης, δημιουργώντας ιερά πρόσωπα. Έχει, άλλωστε, αποδειχθεί ότι ο Πατριάρχης διατηρούσε μυστικές σχέσεις με την Ελλάδα με σκοπό μηχανορραφίες εναντίον της Τουρκίας. Η Τουρκία δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ανεχθεί ανάμειξη στις εσωτερικές της υποθέσεις, είτε αυτή προέρχεται από το Δικαστήριο της Χάγης είτε από οπουδήποτε αλλού.
— Η τουρκική θέση είναι αρκετά σαφής και, στον βαθμό που αφορά την προσπάθεια της τουρκικής κυβέρνησης να αποτρέψει ελληνικές πολιτικές μηχανορραφίες στην Κωνσταντινούπολη, είναι απολύτως κατανοητή. Όμως για τη Δύση το ζήτημα έχει και θρησκευτική διάσταση. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποτελεί την ανώτατη κεφαλή μιας μεγάλης κοινότητας πιστών. Αυτή η Εκκλησία θέλει να έχει επικεφαλής της τον πιο άξιο.
Ο αριθμός, όμως, των Ορθοδόξων στην Τουρκία είναι πολύ μικρός σε σύγκριση με εκείνον στην Ελλάδα και στις άλλες βαλκανικές χώρες. Εάν ο Πατριάρχης πρέπει να είναι Τούρκος υπήκοος, αυτό σημαίνει ότι η μεγάλη πλειονότητα του ορθόδοξου κλήρου δεν μπορεί ποτέ να φθάσει στο ανώτατο αξίωμα της ίδιας της Εκκλησίας της.
Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, το αξίωμα πρέπει να επιφυλάσσεται στους μητροπολίτες που είναι Τούρκοι υπήκοοι. Καθώς πλέον κανένας Έλληνας δεν μπορεί να γίνει Τούρκος υπήκοος, εκτός αν κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη πριν από το 1918, αυτό θα σήμαινε ότι κανένας Έλληνας, Ρουμάνος ή Σέρβος επίσκοπος δεν θα μπορούσε να γίνει Πατριάρχης. Το αξίωμα θα περιοριζόταν, επομένως, σε έναν πολύ μικρό αριθμό κληρικών που γεννήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη ή εγκαταστάθηκαν εκεί πριν από το 1918.
— Πάντοτε ίσχυε ότι ο Πατριάρχης έπρεπε να είναι Τούρκος υπήκοος.
— Αλλά πριν από το 1918 υπήρχαν περισσότεροι υποψήφιοι για να επιλέξει κανείς, καθώς η Τουρκία είχε περισσότερους Έλληνες υπηκόους στη Δυτική Θράκη και στη Σμύρνη. Στη Δύση θέλουν να εξετάζουν το ζήτημα και από καθαρά θρησκευτική σκοπιά. Ο ορθόδοξος κλήρος αποκλείεται έτσι από το ανώτατο αξίωμα της Εκκλησίας του.
— Επιτρέπει η Σουηδία σε έναν ξένο υπήκοο να γίνει Σουηδός αρχιεπίσκοπος;
— Όχι, αλλά ένας Γάλλος ή ένας Ισπανός μπορεί να γίνει Πάπας!
Ο Moukhbil Bey σκέφτεται για λίγο και στη συνέχεια λέει:
— Έχουμε προτείνει στους Έλληνες να μεταφέρουν το Πατριαρχείο στην Ελλάδα, στην Αθήνα ή σε οποιαδήποτε άλλη πόλη. Εκείνοι όμως λένε ότι η Κωνσταντινούπολη έχει ιστορική ιερότητα.
— Και έχουν κάποιο δίκιο. Ούτε το Ισλάμ μπορεί εύκολα να μεταφέρει τους ιερούς τόπους του από τη Μέκκα σε κάποιο άλλο μέρος.
— Όχι, αλλά εμείς μεταφέραμε το Χαλιφάτο: επί Ομεϋαδών στη Δαμασκό, επί Αββασιδών στη Βαγδάτη, επί Φατιμιδών στο Κάιρο και στη συνέχεια, επί Σελίμ, πάλι στην Κωνσταντινούπολη. Και στις μέρες μας ο Κεμάλ κατάργησε το Χαλιφάτο! Οι Έλληνες μπορούν να κάνουν το ίδιο!
Η απάντηση αυτή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να θεωρηθεί τόσο αιχμηρή όσο και ριζοσπαστική. Επειδή, όμως, αρμόδιες να απαντήσουν είναι περισσότερο η Ορθόδοξη Εκκλησία και η ελληνική κυβέρνηση, αφήνουμε στον Τούρκο διπλωμάτη την τελευταία λέξη σε αυτή τη συνέντευξη, η οποία φωτίζει αρκετά καλά το ζήτημα, χωρίς βεβαίως να το εξαντλεί και στις τρεις πτυχές του.
Συντακτική ομάδα



Inga kommentarer:
Skicka en kommentar