Στις 9 Ιουνίου 1900, η σουηδική εφημερίδα Falkenbergs Tidning, με τίτλο «Η χειρότερη θηριωδία της χιλιετίας», περιέγραφε τις σφαγές των Αρμενίων που διαπράττονταν μπροστά στα μάτια των Ευρωπαίων, καταγγέλλοντας την αδράνεια των μεγάλων δυνάμεων. Μεταφέροντας το πύρινο κείμενο του Χανς Κάαρσμπεργκ από τη δανική «Politiken», αναφερόταν ιδιαίτερα στην Κύπρο και στην ευθύνη της Βρετανίας, η οποία είχε αναλάβει τη διοίκηση του νησιού με δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις και προστασία των υπηκόων του σουλτάνου.
Falkenbergs Tidning 1900-06-09
Η χειρότερη θηριωδία της χιλιετίας
Στη δανική εφημερίδα «Politiken», ο Χανς Κάαρσμπεργκ έγραψε ένα πύρινο άρθρο για αυτό που αποκαλεί «τη χειρότερη θηριωδία της χιλιετίας», εννοώντας τις αιματηρές πράξεις των Τούρκων στην Αρμενία, ιδιαίτερα κατά τα έτη 1890–1896.
Όλοι θυμόμαστε, γράφει, πώς ο αρμενικός λαός υπέστη επί σειρά φρικτών ετών μαζικές σφαγές, οι οποίες διαπράχθηκαν με τέτοια διαβολική αγριότητα, ώστε οι λεπτομέρειές τους ξεπερνούν κάθε περιγραφή. Στην αρχή, καμία είδηση για αυτές τις ωμότητες δεν έφθανε στην Ευρώπη, παρότι βρισκόταν τόσο κοντά. Όμως το 1890, όταν ο σουλτάνος διέταξε τη συγκρότηση του κουρδικού ιππικού, των «Χαμιδιέ» —μιας συμμορίας εξουσιοδοτημένων ληστών, βιαστών, δολοφόνων και άγριων θηρίων— η τρομακτική κατάσταση έγινε γνωστή σε ολόκληρο τον κόσμο.
Κατά τα έτη 1890–1896, αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες εντελώς αθώοι και ανυπεράσπιστοι άνθρωποι σφαγιάστηκαν, κάηκαν, βιάστηκαν και βασανίστηκαν με κάθε επινοήσιμο τρόπο κατ’ εντολήν του σουλτάνου — ενώ οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης παρακολουθούσαν αδρανείς!
Για όποιον διατηρεί ακόμη μια σπίθα πίστης στον ευγενή και μεγαλόφρονα χαρακτήρα της ευρωπαϊκής πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων, η στάση του διπλωματικού κόσμου απέναντι στις βιαιοπραγίες στην Αρμενία αποτελεί πράγματι ένα φρικιαστικό θέαμα. Η Αγγλία απείλησε την Τουρκία με επέμβαση, αλλά υποχώρησε μπροστά στην προοπτική ενός ευρωπαϊκού πολέμου. Η Ρωσία, με την υποστήριξη της Γερμανίας και της Γαλλίας, αρνήθηκε τόσο να επέμβει η ίδια όσο και να επιτρέψει σε οποιονδήποτε άλλον να το πράξει.
Στο μεταξύ, οι Τούρκοι συνέχιζαν ανενόχλητοι. Το διάταγμα περί ανεξιθρησκίας, που εκδόθηκε κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877–1878, δεν έγινε ποτέ σεβαστό από την Τουρκία. Η Συνθήκη του Βερολίνου του 1878 υποχρεώνει την Τουρκία να προχωρήσει χωρίς καθυστέρηση σε μεταρρυθμίσεις στην Αρμενία και να προστατεύσει τον λαό της από τις βιαιοπραγίες των Κιρκασίων και των Κούρδων. Όλα, όμως, μάταια.
Στο μεταξύ, η Αγγλία παραλαμβάνει την Κύπρο, αναλαμβάνοντας να υπερασπιστεί τα τουρκικά εδάφη από εχθρικές εισβολές. Ως όρο έθεσε την εφαρμογή ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων στην Αρμενία(!) και την ίση προστασία όλων των υπηκόων του σουλτάνου. Η συμφωνία για την Κύπρο επέβαλλε μια εντελώς ιδιαίτερη ευθύνη στην Αγγλία, πολύ περισσότερο επειδή αυτή η συμφωνία ήταν ο λόγος για τον οποίο στο Βερολίνο δεν υποχρέωσαν τον σουλτάνο να άρει την απαγόρευση οπλοφορίας των Αρμενίων.
«Δεν πρέπει να διαταραχθεί η παγκόσμια ειρήνη» — αυτή είναι πάντα η δικαιολογία για τη μη επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων. Τι διαβολικά υποκριτική φράση μέσα σε αυτές τις συνθήκες! Και ενώ έτσι «διαφυλάσσεται» η «παγκόσμια ειρήνη», οι Τούρκοι συνεχίζουν, με κτηνώδη αγριότητα, να εξαλείφουν έναν λαό από προσώπου γης.
Ο χριστιανός Αρμένιος αντιμετωπίζεται σαν παρίας: δεν επιτρέπεται να καταθέσει εναντίον μουσουλμάνου· μπορεί μόνο να πεθάνει ή να ζει ως σκλάβος. Του επιβάλλεται ένας ιδιαίτερος «φόρος ταπείνωσης», με αποτέλεσμα η φορολογική του επιβάρυνση να φθάνει στο ένα τρίτο του εισοδήματός του. Οι Κούρδοι και οι Τούρκοι φέρουν όπλα, ενώ εκείνος είναι άοπλος. Φυλακίζεται, βασανίζεται, δολοφονείται, του αρπάζουν την περιουσία, χωρίς να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η σύζυγος και οι κόρες του βιάζονται μπροστά στα μάτια του.
Το 1890, η αγριότητα και η δίψα για αίμα των εξουσιοδοτημένων Κούρδων ιππέων έφθασαν σε απίστευτα ύψη. Αυτοί οι ατιμώρητοι ληστές λεηλατούσαν χωριά, άρπαζαν τα ζώα και έκαιγαν την αποθηκευμένη σοδειά. Βίαζαν παντρεμένες και ανύπαντρες γυναίκες, σκότωναν όποιον προέβαλλε αντίσταση και εκδίωκαν κατά μεγάλες ομάδες τον ανυπεράσπιστο, τρομοκρατημένο πληθυσμό. Πολυάριθμες εκκλήσεις για προστασία στάλθηκαν στον — σουλτάνο! Η απάντησή του ήταν να απαγορεύσει κάθε καταγγελία εναντίον των «Χαμιδιέ» του.
Κατά τα έτη 1893–1894, ο λιμός έδωσε το σύνθημα για νέες λεηλασίες από Κιρκασίους και Κούρδους. Μόνο στις περιφέρειες Μπουλανίκ και Μους, [δυσανάγνωστο σημείο στο πρωτότυπο], αρπάχτηκαν μέσα στο 1894 τουλάχιστον 10.000 ζώα.
Το 1894 σημειώθηκε επίσης η σφαγή στο Σασούν. Ο Άγγλος πρόξενος στο Ερζερούμ γνώριζε εκ των προτέρων ότι προετοιμαζόταν από τον σουλτάνο, και οι χριστιανοί είχαν ζητήσει την προστασία του. Όμως η Αγγλία δεν ήθελε να αναμειχθεί στις «εσωτερικές υποθέσεις μιας φιλικής δύναμης».
Ο ιεραπόστολος δρ Γκριν στο Βαν έχει βεβαιώσει ότι οι σφαγές πραγματοποιήθηκαν υπό την προσωπική διεύθυνση υψηλόβαθμων Τούρκων αξιωματικών. Αργότερα, ο σουλτάνος παρασημοφόρησε τον διοικητή του τέταρτου σώματος στρατού, τον Οέκι πασά, και έστειλε ειδικό απεσταλμένο για να παραδώσει παράσημα στους τέσσερις Κούρδους αρχηγούς που είχαν διακριθεί ιδιαίτερα στις σφαγές.
Τον Αύγουστο του 1893 έγινε η σφαγή ανδρών, γυναικών και παιδιών στην περιφέρεια του Μους. Διήρκεσε τρεις εβδομάδες και χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερα άγριες ωμότητες. Πολλές εκατοντάδες γυναίκες παραδόθηκαν στο έλεος αυτών των αιμοδιψών θηρίων. Σε ένα μέρος, εξήντα νεαρά κορίτσια κλείστηκαν μαζί με αυτούς τους άνδρες για αρκετές ημέρες μέσα σε μια εκκλησία, για να σφαγιαστούν κατόπιν όλα από τους «εραστές» τους.
Μικρά παιδιά θανατώνονταν μπροστά στα μάτια των μητέρων τους, «δεμένα ανά τέσσερα και με ένα μόνο χτύπημα σπάθας» — διόλου άσχημο κατόρθωμα, βέβαια. Οι στρατιώτες στοιχημάτιζαν αν μια έγκυος κυοφορούσε αγόρι ή κορίτσι και έλυναν το στοίχημα ανοίγοντας την κοιλιά της. Υπάρχουν ονόματα και συγκεκριμένες λεπτομέρειες που τεκμηριώνουν αυτή την αφήγηση.
Ας μην ξεχαστεί ούτε το όρος Αντόκε, νότια του Μους! Αρκετές χιλιάδες πρόσφυγες χάθηκαν εκεί. Μόνο πενήντα γυναίκες και περίπου εκατό παιδιά αιχμαλωτίστηκαν ύστερα από δύο εβδομάδες ηρωικής άμυνας. Οι υπόλοιπες γυναίκες, με επικεφαλής μία γυναίκα, είχαν πέσει μαζί με τα παιδιά τους στον γκρεμό…
Τον Σεπτέμβριο του 1895, διακόσιοι Αρμένιοι δολοφονήθηκαν μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, μπροστά στα μάτια των Ευρωπαίων διπλωματικών εκπροσώπων. Τον Οκτώβριο ακολούθησαν οι σφαγές στο Ακ Χισάρ, την Τραπεζούντα, το Μπαϊμπούρτ, το Ερζερούμ και σε πέντε ακόμη μέρη. Τον Νοέμβριο, οι αιματοχυσίες στο Μους, τη Σεβάστεια, την Καισάρεια και σε πολλά, πάρα πολλά άλλα μέρη. Τέλος, την περίοδο των Χριστουγέννων έγιναν «μεγάλες σφαγές» στην Ούρφα και το Μπιρετζίκ.
Το 1896 ακολούθησαν οι μαζικές δολοφονίες στο Βαν τον Ιούνιο, στην Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο, στο Εγκίν τον Σεπτέμβριο — και σε πολλά ακόμη μέρη.
Οι ωμότητες που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών και των επόμενων ετών δεν μπορούν να περιγραφούν εδώ. Οι διάφορες μορφές αγριότητας αποτελούν κάτι εντελώς νέο στην ιστορία του ανθρώπινου «πολιτισμού».
Ή μήπως ήταν ψέματα οι αφηγήσεις για ανθρώπους που, ενώ βάδιζαν ειρηνικά στον δρόμο, δέχονταν επίθεση από κακοποιούς οι οποίοι, για «διασκέδαση»(!), τους έκοβαν τα χέρια και τα πόδια, τους έβγαζαν τα μάτια, τους έκοβαν τα αυτιά και τους τα έβαζαν στο στόμα, τους ξερίζωναν τη γλώσσα και στο τέλος —επιτέλους!— τους έκοβαν τον λαιμό, όλα μπροστά στη σύζυγο και τα παιδιά τους; Μήπως ήταν ψέματα;
Όχι, η Ευρώπη γνωρίζει ότι είναι αλήθεια. Οι πρόξενοι το γνωρίζουν· γνωρίζουν ονόματα, τόπους, ημέρες και ώρες. Η Ευρώπη τα γνωρίζει όλα αυτά, τόσο καλά όσο γνωρίζει γιατί η Αγγλία απέκτησε την Κύπρο.
Έτσι έκλεισε το 1896 στην ιστορία της ανθρωπότητας, με αποτέλεσμα σχεδόν 200.000 συνάνθρωποί μας να έχουν σφαγιαστεί, ψηθεί ζωντανοί και βασανιστεί μέχρι θανάτου. Προηγουμένως είχαν αφοπλιστεί με τη συνδρομή της Ευρώπης. Ο θάνατός τους έχει επικυρωθεί από τον σουλτάνο, ο οποίος κατοικεί στην Ευρώπη.
Σαράντα χιλιάδες χήρες, είκοσι χιλιάδες βιασμένα νεαρά κορίτσια και εκατόν είκοσι χιλιάδες παιδιά ορφανά από πατέρα μπορούσαν, στο τέλος του έτους, να μαρτυρήσουν την πολιτική της τόσο χριστιανικής και πολιτισμένης Ευρώπης στην τουρκική Αρμενία.
Από τότε, το έργο της εξόντωσης συνεχίζεται αδιάκοπα, με τον συνηθισμένο του ρυθμό. Και σύντομα ο στόχος θα έχει επιτευχθεί: θα επικρατήσει σιωπή στην Αρμενία.
Άλλωστε, δεν είναι εύκολο να φθάσει οποιαδήποτε είδηση από εκεί, γιατί κανένα σύνορο στον κόσμο δεν φυλάσσεται τόσο καλά όσο τα σύνορα της Αρμενίας. Δεν θέλουν μάρτυρες για όσα συμβαίνουν μέσα σε αυτή την κόλαση.
Μου φαίνεται —έτσι ολοκληρώνει ο Χανς Κάαρσμπεργκ τη σειρά των άρθρων του— ότι απομένει μόνο μία διέξοδος, μία ελπίδα για όσους έχουν απομείνει από αυτόν τον λαό: να απευθυνόμαστε αδιάκοπα στους λαούς μέσω του ευρωπαϊκού Τύπου, για να τους ξυπνήσουμε από τον λήθαργό τους.
Όχι μέσω εκείνου του Τύπου που τραγουδά καλοπληρωμένα τραγούδια πάνω στις νότες των ισχυρών, αλλά μέσω του Τύπου που παραμένει ακόμη ελεύθερος.
![]() |
| Falkenbergs Tidning 1900-06-09 |
Συντακτική ομάδα


Inga kommentarer:
Skicka en kommentar