Στις 22 Φεβρουαρίου 1943, η εφημερίδα Göteborgs-Posten δημοσίευε τη μαρτυρία του 33χρονου Σουηδού λοστρόμου Birger Persson από την κατεχόμενη Ελλάδα, επικαλούμενη τη Värmlands Folkblad. Οι περιγραφές του αποτυπώνουν την πείνα, τη βία των κατακτητών, αλλά και τη θέληση των Ελλήνων για ελευθερία. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η εικόνα ενός τρίχρονου κοριτσιού που προσπαθούσε να κρύψει κάτω από το φόρεμά του ένα καρβέλι ψωμί που του είχαν δώσει Σουηδοί ναυτικοί, ενώ Γερμανοί σκοποί περιπολούσαν εκεί κοντά.
Πεινασμένο τρίχρονο κοριτσάκι στην Ελλάδα ζητιάνευε ψωμί από Σουηδούς ναυτικούς - GP 1943 -02-22
Μαρτυρίες από μια χώρα που λιμοκτονεί, όπου δεν υπάρχουν ούτε φέρετρα…
Ένας 33χρονος λοστρόμος από το Slottsbron —ο Birger Persson— επέστρεψε πρόσφατα από την Ελλάδα, όπου παρέμεινε για περισσότερους από δύο μήνες αναρρώνοντας σε νοσοκομείο. Έχει πολλά ενδιαφέροντα να διηγηθεί, γράφει η εφημερίδα Värmlands Folkblad, η οποία συνεχίζει:
Σε έναν βομβαρδισμό στο στενό του Öresund είχε τραυματιστεί σοβαρά στην πλάτη. Τον περιέθαλψαν όπως όπως και ξαναμπάρκαρε ως λοστρόμος σε πλοίο που μεταφέρει εμπορεύματα στην Ελλάδα. Την πρώτη φορά που έφτασε εκεί, η γερμανική δύναμη κατοχής έδειχνε απόλυτη σιγουριά για τη νίκη της. Όταν όμως επέστρεψε, λίγες ημέρες μετά την αμερικανική εισβολή στη Βόρεια Αφρική, η νευρικότητα ήταν εμφανής. Αυτό, ωστόσο, δεν φαινόταν να προκαλεί αναστολές στους Γερμανούς, καθώς ο ίδιος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της βιαιότητάς τους εις βάρος του άμαχου πληθυσμού.
Ήδη στο λιμάνι του Πειραιά, όπου το πλοίο ξεφόρτωνε, πήρε μια πρώτη γεύση από τα δεινά του ελληνικού λαού υπό την καταπίεση. Οι Γερμανοί σκοποί, που βρίσκονταν παντού και παρακολουθούσαν κατά πόδας τα μέλη του σουηδικού πληρώματος, έδιωχναν τους Έλληνες λιμενεργάτες όταν εκείνοι ζητιάνευαν ψωμί. Μια ημέρα πλησίασε μια μικρή βάρκα με κοριτσάκια από την Ελλάδα. Είχαν ακούσει πως στο λιμάνι βρισκόταν ένα σουηδικό πλοίο και σκέφτηκαν να ζητήσουν λίγο φαγητό. Όταν όμως οι Γερμανοί σκοποί τα είδαν, τους φώναξαν να γυρίσουν πίσω. Επειδή δεν υπάκουσαν, άνοιξαν πυρ. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή γύρω από τα κορίτσια, που τρομαγμένα έστρεψαν τη βάρκα και κωπηλάτησαν προς τη στεριά. Οι Γερμανοί σκοποί σημάδευαν βέβαια δίπλα στη βάρκα, όμως η συμπεριφορά τους εξόργισε τους Σουηδούς.
Λίγες ημέρες αργότερα, ο λοστρόμος Persson ξανάνοιξε το τραύμα που είχε υποστεί στην πλάτη στο Öresund. Μόνο ύστερα από τρεις ημέρες διαπραγματεύσεων με τις γερμανικές αρχές έλαβε άδεια να αναζητήσει περίθαλψη σε νοσοκομείο, όπου χρειάστηκε να παραμείνει δύο μήνες. Ήταν μήνες γεμάτοι γεγονότα για τον λοστρόμο Persson. Είδε πλήθος Ελλήνων να πεθαίνουν από την πείνα και τις στερήσεις. Από το παράθυρό του, που έβλεπε στον δρόμο, παρακολουθούσε σχεδόν κάθε πρωί να ρίχνουν σε ένα κάρο περίπου δέκα πτώματα Ελλήνων που δεν είχαν αντέξει την εγχείρηση. Το κάρο περίμενε απ’ έξω. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν φέρετρα. Η χώρα είναι πεδινή και φτωχή σε δέντρα, ενώ η ξυλεία χρησιμοποιείται για άλλες ανάγκες. Μια φορά κατέβηκε μαζί με τη νοσοκόμα στον θάλαμο των απόρων, όπου είδε ασθενείς ξαπλωμένους στα κρεβάτια τους σαν ξεραμένες μούμιες. Ήταν μόνο πετσί και κόκαλο, λέει. Η δράση του Ερυθρού Σταυρού έχει, ωστόσο, προσφέρει τεράστια βοήθεια στον επισιτισμό των Ελλήνων και το ποσοστό θνησιμότητας έχει μειωθεί σημαντικά. Εξακολουθούν όμως να υπάρχουν μεγάλες ομάδες του πληθυσμού που στερούνται ακόμη και τα απολύτως απαραίτητα.
Βγάζει και δείχνει ένα ελληνικό δελτίο διανομής αγαθών — μια μικρή, απλή κάρτα για όλες τις κατηγορίες προϊόντων, την οποία οι Έλληνες πρέπει να αντικαθιστούν κάθε τρίτη ημέρα. Πάνω της έχει σημειώσει ορισμένες τιμές τροφίμων. Αν υπολογίσει κανείς ότι εκατό δραχμές, οι οποίες στην πραγματικότητα δεν έχουν σχεδόν καμία αξία, αντιστοιχούν σε μία σουηδική κορόνα, διαπιστώνει ότι ένας Έλληνας εργάτης πρέπει να δουλέψει δύο ημέρες για να αγοράσει ένα κιλό ψωμί, καθώς συνήθως κερδίζει εκατό δραχμές την ημέρα. Με βάση τις ισχύουσες τιμές των εισαγόμενων τροφίμων, ένα κιλό ψωμί κοστίζει δύο κορόνες.
Στη μαύρη αγορά, όμως, κοστίζει σαράντα τρεις κορόνες. Ένα κιλό αλεύρι κοστίζει εκατόν ογδόντα κορόνες, ένα κιλό ζάχαρη διακόσιες ογδόντα, ένα κιλό αλάτι εξήντα, ενώ για ένα και μόνο αυγό πρέπει να πληρώσει κανείς δέκα κορόνες. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς το μικρό κορίτσι που μια ημέρα ζήτησε ένα καρβέλι ψωμί από τα μέλη του σουηδικού πληρώματος. Το καρβέλι ήταν τόσο μεγάλο, ώστε εξείχε από το φόρεμά της όταν προσπάθησε να το κρύψει. Ήταν μόλις τριών ετών, γεγονός που εξέπληξε τους Σουηδούς. Όμως τα παιδιά στην Ελλάδα έχουν ωριμάσει νωρίτερα από τα παιδιά στη Σουηδία και συχνά βγαίνουν στη ζητιανιά. Η μικρή καταλάβαινε τι έκανε. Τελικά έβαλε το καρβέλι στην τσάντα της, αφού δεν μπορούσε να το κρύψει κάτω από το φόρεμα. Πήρε το ρίσκο, παρότι Γερμανοί σκοποί περιπολούσαν εκεί κοντά.
Στην Ελλάδα υπάρχει δυστυχία και εξαθλίωση, αλλά το πνεύμα της ελευθερίας παραμένει ζωντανό, συνεχίζει ο Persson. Οι Έλληνες είναι περήφανος λαός και οι Ελληνίδες δεν καταδέχονται να συναναστραφούν τους εισβολείς. Δεν ενδίδουν στις όμορφες στολές. Μένουν πιστές στους καταπιεσμένους, ξυπόλυτους Έλληνές τους —σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες αναγκάζεται να περπατά ξυπόλυτος— που περιμένουν την ημέρα της ελευθερίας. Δεν είναι λάθος να πει κανείς ότι οι Γερμανοί είναι μισητοί. Οι Έλληνες τούς μισούν με όλη τους την ψυχή, με πάθος και δίχως μέτρο. Τους μισούν περισσότερο από τους Ιταλούς, τους οποίους περιφρονούν. Κατά καιρούς γίνονται δολιοφθορές. Μια ημέρα, ενώ ο Persson βρισκόταν πάνω στο πλοίο, ένα ιταλικό μεταγωγικό ανατινάχθηκε. Μια άλλη ημέρα, ένα φορτηγό με ζωγραφισμένα σήματα του Ερυθρού Σταυρού διέσχιζε τους δρόμους της Αθήνας. Γερμανοί σκοποί το σταμάτησαν, αλλά εκείνο συνέχισε. Κάννες τουφεκιών πρόβαλαν κάτω από τον μουσαμά και είκοσι Γερμανοί έπεσαν από τα πυρά. Στη συνέχεια, το όχημα προσέκρουσε με ορμή σε έναν τοίχο. Οι επιβάτες πήδηξαν πάνω από τον τοίχο και εξαφανίστηκαν. Όταν οι Γερμανοί ερεύνησαν το φορτίο, βρήκαν όπλα και πυρομαχικά. Κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι στο λιμάνι βρισκόταν ένα βρετανικό υποβρύχιο που είχε παραδώσει όπλα. Ήταν τις ημέρες γύρω από την αμερικανική εισβολή στη Βόρεια Αφρική.
Οι Γερμανοί, όμως, ξέρουν να εκδικούνται για όσα συμβαίνουν. Μια ημέρα, καθώς ο λοστρόμος Persson έκανε έναν περίπατο στην πόλη κατά την ανάρρωσή του, είδε μια ομάδα Γερμανών στρατιωτών να περικυκλώνει μια στάση του τραμ. Εκεί βρίσκονταν περίπου τριάντα άνθρωποι —ηλικιωμένοι και νέοι— τους οποίους συνέλαβαν. Έριξαν το δίχτυ τους μέσα στο πλήθος και πήραν ομήρους ως αντίποινα για τις δολιοφθορές, χωρίς διάκριση ή υπολογισμό. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να βρουν μερικούς αποδιοπομπαίους τράγους. Ακολούθησε τρομερή αναστάτωση. Οι ηλικιωμένοι διαμαρτύρονταν και οι γυναίκες έκλαιγαν, αλλά έπειτα από λίγο επικράτησε ξανά ησυχία. Οι όμηροι απομακρύνθηκαν και η ζωή συνέχισε τη συνηθισμένη της πορεία.
Έτσι περνούσε η μία ημέρα μετά την άλλη, ενώ εκείνος παρατηρούσε τη ζωή προσεκτικά και σχολαστικά. Σύντομα διαπίστωσε ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους Γερμανούς και τους Ιταλούς δεν ήταν ιδιαίτερα καλές. Οι Ιταλοί, τους οποίους οι Έλληνες θεωρούν αποβράσματα, απέφευγαν διακριτικά τους Γερμανούς κυρίους. Δεν συναναστρέφονται ποτέ μεταξύ τους και σπάνια, αν όχι ποτέ, βλέπει κανείς στους δρόμους έναν Ιταλό στρατιώτη ή αξιωματικό μαζί με έναν Γερμανό. Έχουν ξεχωριστά τραπέζια στα εστιατόρια και είναι στρατωνισμένοι σε διαφορετικά μέρη.
Κάθε νύχτα, ένα σμήνος βρετανικών αεροπλάνων περνά με βουητό πάνω από την Αθήνα, κατευθυνόμενο προς τον βορρά. Δεν ρίχνουν βόμβες. Μεταφέρουν τρόφιμα και πυρομαχικά σε έναν ελληνικό στρατό ανταρτών, που ζει ανάμεσα στα βουνά, σε υψόμετρο πολλών χιλιάδων μέτρων. Πρόκειται για έναν ελληνικό στρατό για τον οποίο έχουν εμφανιστεί μόνο σποραδικές αναφορές στον παγκόσμιο Τύπο. Όμως υπάρχει, λέει ο Persson. Κάθε Έλληνας το γνωρίζει. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και διοικείται από έναν Βρετανό και έναν Έλληνα. Σύμφωνα με όσα λέει ο Persson, οι Γερμανοί έχουν υποσχεθεί αμοιβή είκοσι εκατομμυρίων δραχμών σε όποιον δώσει πληροφορίες για το πού βρίσκεται ο διοικητής. Ο στρατός αυτός αποτελείται από τα υπολείμματα των διαλυμένων ελληνικών και αυστραλιανών μονάδων που πολέμησαν ενάντια στη γερμανική εισβολή.
Σε αυτόν τον στρατό στηρίζουν οι Έλληνες τις ελπίδες τους — όχι όλες τους τις ελπίδες, αλλά πιστεύουν σε αυτόν. Ο Persson είχε, άλλωστε, και ο ίδιος μια επιβεβαίωση ότι οι φήμες δεν ήταν ψεύτικες. Κατά την επιστροφή του, ταξίδευε με τρένο μαζί με τέσσερις χιλιάδες Γερμανούς στρατιώτες που επρόκειτο να μεταφερθούν στο ανατολικό μέτωπο. Καθώς διέσχιζαν την άγρια και δυσπρόσιτη οροσειρά λίγο έξω από την Αθήνα, συνέβη ένα επεισόδιο που κόστισε τη ζωή σε οκτώ Γερμανούς στρατιώτες. Τα ξημερώματα της πρώτης ημέρας του ταξιδιού, μια βομβίδα εκτοξεύτηκε από το σιδηροδρομικό ανάχωμα προς την αμαξοστοιχία. Ένα ολόκληρο βαγόνι καταστράφηκε και οκτώ Γερμανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν. Τους έθαψαν κατά μήκος του αναχώματος. Έβγαλαν ξύλινους σταυρούς που υπήρχαν μέσα στο τρένο, τους τοποθέτησαν στους τάφους και κρέμασαν επάνω τους από ένα κράνος. Ύστερα η αμαξοστοιχία συνέχισε προς τον βορρά.
Το ταξίδι από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη διήρκεσε δύο εικοσιτετράωρα, ενώ συνήθως χρειάζεται δώδεκα ώρες. Ο λοστρόμος Persson δεν ήταν ο μοναδικός Σουηδός στο τρένο. Ένα ολόκληρο βαγόνι είχε κρατηθεί για το σουηδικό πλήρωμα ενός σουηδικού πλοίου που είχε ναυαγήσει. Ανάμεσα στους ταξιδιώτες βρίσκονταν και δύο γνωστά πρόσωπα: ο ναυτικός Artur Johansson από τη Στοκχόλμη, ο οποίος είχε παντρευτεί την Ελληνίδα Βάσω από την Αθήνα, και η σύζυγός του. Ο λοστρόμος Persson είχε παραστεί στον γάμο τους, στο κτίριο της πρώην ρωσικής διπλωματικής αντιπροσωπείας στην Αθήνα, όπου περίπου εκατό.
Στον γάμο είχαν παραστεί περίπου εκατό Σουηδοί, με επικεφαλής τον πρόξενο Risberg, για να ευχηθούν στους νεόνυμφους. Ο λοστρόμος Persson διηγείται ότι ήταν ένας λαμπρός γάμος, στον οποίο ο ναυτικός Johansson κυκλοφορούσε καμαρωτός, φορώντας το φράκο και το λευκό πουκάμισο του προξένου Risberg.
Η ρομαντική ιστορία αγάπης ανάμεσα στον 32χρονο Σουηδό και τη 19χρονη Ελληνίδα είχε αρχίσει στη ρωσική διπλωματική αντιπροσωπεία, όπου είχαν στεγαστεί ορισμένα μέλη του σουηδικού πληρώματος από το πλοίο που είχε ναυαγήσει. Η μητέρα της νύφης ήταν υπεύθυνη για την καθαριότητα του κτιρίου. Η κόρη της τη βοηθούσε πότε πότε και, στα διαλείμματα από το σκούπισμα των αιθουσών, αντάλλασσε λίγες κουβέντες με τον Johansson. Ήταν ενθουσιασμένη που θα μπορούσε να φύγει από την Ελλάδα που λιμοκτονούσε. Το ταξίδι με το τρένο, όμως, ήταν δύσκολο. Όταν το κρύο έγινε ιδιαίτερα δριμύ, χρειάστηκε να δανειστεί τα παπούτσια και το παλτό του συζύγου της για να μην πεθάνει από το ψύχος.
Έτσι συνεχίστηκε το ταξίδι της επιστροφής, μέσα από βομβαρδισμένες περιοχές, όπου στις πλαγιές βρίσκονταν σκορπισμένα συντρίμμια πολεμικού υλικού. Το φαγητό ήταν λιγοστό και, στη διαδρομή από την Αθήνα μέχρι το Βελιγράδι, αναγκάστηκαν να ζήσουν με τέσσερα σάντουιτς την ημέρα και λίγες γουλιές νερό.


Inga kommentarer:
Skicka en kommentar